ΠΑΤΡΑ. ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΑ, ΕΜΠΕΙΡΙΑ, ΤΑΛΕΝΤΟ… ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΙΚΡΩΝΗΣ

ΠΑΤΡΑ. ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΑ, ΕΜΠΕΙΡΙΑ, ΤΑΛΕΝΤΟ… ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΙΚΡΩΝΗΣ

Το 1969 πρωτοείδα τον κόσμο και από το 1970, μεγαλώνοντας, γνώρισα την έννοια της «γειτονιάς» στην Πάτρα των προσφυγικών συνοικισμών. Μεγάλωσα στην οδό Γεωργίου Φραντζή και Ελλησπόντου, δύο οικοδομικά τετράγωνα πιο κάτω από την Αγία Φωτεινή και το γήπεδο των Προσφυγικών με τους τσίγκους. Κατά τη σχολική μου ηλικία βίωσα την αξία της συνύπαρξης, της γειτονιάς και της αλάνας, το άκουσμα και το κάλεσμα του γαλατά, την πώληση των μάτσων από τσίτσιρι από πλανόδιους μικροπωλητές και τις παραστάσεις του Καραγκιόζη στην πλατεία Μαρούδα δίπλα στο βενζινάδικο.

Αυτοί οι απλοί, ανώνυμοι άνθρωποι του μόχθου, της εργατιάς, του δημιουργικού πνεύματος, ο κόσμος των Προσφυγικών, ήταν ουσιαστικά η κοινωνική τάξη των λαϊκών συνοικιών της Πάτρας. Ήταν πάντα διαφορετικού χαρακτήρα και συμπεριφοράς από τον καθιερωμένο τρόπο δράσης και αντίδρασης της αστικής τάξης, έχοντας πάντα φυσικά οι δύο τάξεις μεταξύ τους διευρυμένες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Αυτοί οι ανώνυμοι άνθρωποι, οι οποίοι προέρχονταν από τις συμβιωτικές προσφυγικές ομάδες των συνοικισμών, δημιουργούσαν πάντα με τρόπο αυθόρμητο και βιωματικό, με πηγαίο ταλέντο, έχοντας κοινωνική, ρεαλιστική και καλλιτεχνική προσωπικότητα. Έχοντας μνήμη και πρακτική, παρήγαγαν μικρότερα ή μεγαλύτερα έργα αισθητικής αξίας και δημιουργικότητας σε διάφορους τομείς, με σκοπό τη διαβίωση, τη συμβίωση και την ανάπτυξη. Συχνά εφάρμοζαν και εκτελούσαν τις ιδέες τους συνθέτοντας επιμέρους σκέψεις με δεξιοτεχνία σε όλες τις πράξεις της καθημερινότητας. Οι εικόνες και οι εμπειρίες που είχαν από τα βιώματά τους, οι τοπικές συμβάσεις, οι ιστορικές και πολιτισμικές τους μνήμες και το πηγαίο ταλέντο τους ήταν ουσιαστικά το περιεχόμενο σύμφωνα με το οποίο γινόντουσαν παραγωγικοί και δημιουργικοί. 

Είχαν εξωστρεφή και δεξιοτεχνικό χαρακτήρα, συντηρούσαν τα σπιτικά τους, κατασκεύαζαν τα αναγκαία για τη διαβίωση, καθάριζαν και ασβέστωναν, συνομιλούσαν σε ομάδες, έκριναν και έλυναν ενδεχόμενα προβλήματα της καθημερινότητας, σιγοτραγουδούσαν ή και γλεντούσαν και χόρευαν σε αντίστοιχες περιστάσεις. Εύστοχα ο Λευτέρης Χρ. Μαρινέλλης αναφέρει: 

«Τα καλοκαιρινά βράδια οι νοικοκυρές βγαίνανε έξω από τα σπίτια. Κάθονταν στα σκαλοπάτια του σπιτιού, στα ασβεστωμένα ρείθρα του δρόμου, κουβέντιαζαν με τις γειτόνισσες, σιγοτραγουδούσαν: 

Τα μάτια σου είναι γκιουλμπαξές
τα φρίδια σου λιμιώνας
Μηδέ φουρτούνα τα χτυπά
Μηδέ κακός χειμώνας

Μερικές απαγγέλνανε στίχους:

Δεν μπορώ να καταλάβω
Τούρκα είσαι για Ρωμιά;
Για Ιγγλέζα για Φραντζέζα
Κι έχεις τόση εμορφιά!

Άλλες πάλι κόβανε με το ψαλίδι την πρώτη ύλη, τα κουρέλια, για τις κουρελούδες. Κεντούσανε, φτιάχνανε κουρτινάκια για τις παράγκες με ένα κομμάτι ύφασμα» (Μαρινέλλης, 1993: 150-151).

Κατά την ενηλικίωσή μου και στο πλαίσιο της διαρκούς αστικοποίησης, διαπίστωνα, όλο και πιο συχνά, το φαινόμενο της μετάβασης από τις κοινωνίες που τις χαρακτήριζε η κοινωνική αλληλεπίδραση στο εσωτερικό τους, στις κοινωνίες με τις ευρύτερες οικονομικές, γεωγραφικές και μορφωτικές ανισότητες. Πρόκειται δηλαδή για τη σταδιακή παρουσία και εδραίωση σύγχρονων πολύγλωσσων κοινωνιών, πολυπολιτισμικών, οι οποίες εμπεριέχουν νέα δεδομένα, τα οποία ήρθε να τα διαχειριστεί εκτός των άλλων –επιτυχώς ή ανεπιτυχώς κατά περίπτωση–  η οικονομική, η εκπαιδευτική και η καλλιτεχνική κοινότητα.

Η βιωμένη εμπειρία, όχι μόνο της προσφυγικής γενιάς αλλά και των επόμενων γενεών, είναι ένα «ζωντανό σταυροδρόμι», μεταξύ της μνήμης με πολιτισμικά γεγονότα και της ζωντανής εμπειρίας που είναι σαφώς ένας τόπος συνάντησης και δημιουργίας. Ο Μαρινέλλης στο βιβλίο του «Στα Προσφυγικά της Πάτρας τη δεκαετία του ’40» (1993), περιγράφει με λεπτομέρεια επιτελεστικά και δημιουργικά γεγονότα στην προσφυγική Πάτρα της δεκαετίας του 1940. Αναφέρεται στα κλαρίνα, τα βιολιά και τα ταβούλια που τα ηχοχρώματά τους ταξίδευαν στις γύρω γειτονιές. Αλλά και η Ρούλα Καρακατσάνη (1993: 80) στο βιβλίο της «Φεγγαριαστήκανε στα Ταμπάχανα» καταθέτει με περιγραφικό χαρακτήρα επιτελεστικά γεγονότα –επετειακά και άλλα–  της συγκεκριμένης περιόδου, τονίζοντας πως «Κατεβήκανε οι γύφτοι απ’ την Αγία Αικατερίνη με τα κλαρίνα και τα νταούλια», δηλώνοντας ουσιαστικά τον σχεδιασμό και την πραγματοποίηση αντίστοιχων εορταστικών περιστατικών. 

Άλλα αντίστοιχα εορταστικά ή και αθλητικά γεγονότα ήταν οι ποδοσφαιρικοί αγώνες, τα «μασκαρέματα». Υπήρχαν μεγάλα ταλέντα που τότε έπαιζαν μπάλα για το κέφι τους, όπως τονίζει η Καρακατσάνη (1993), όχι όπως σήμερα, για παράδειγμα, που οι ποδοσφαιριστές στοιχίζουν μία περιουσία και το ταλέντο τους δεν πάει χαμένο. Χάθηκαν δηλαδή πολλά ταλέντα τότε, δεν αναδείχθηκαν οι ατομικές δεξιότητες και η ικανότητα ομαδικής συνεργασίας λόγω της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης. Σώθηκαν όμως ως μνήμη και αναδημιουργία με οργανωμένο πλαίσιο, όπως οι περιπτώσεις του Πατρινού Καρναβαλιού, του Θεάτρου Σκιών, της θεατρικής ή άλλης καλλιτεχνικής σκηνής, της Επιθεώρησης με καλλιτεχνικούς σταθμούς και λαϊκούς χαρακτηρισμούς, όπως ασίκης, μποέμ, αλάνης, κ.ά. Διατηρήθηκε ο Καραγκιόζης ως μορφή λαϊκού πολιτισμού μέσα από ένα αξιόλογο πλήθος δημιουργών και αρχικά συνυπήρξε με το ρεμπέτικο. Στη συνέχεια ακούγεται το αστικό λαϊκό τραγούδι και γίνεται αποδεκτό το μπουζούκι, το νέο όργανο στην ελληνική δισκογραφία. Ο Γρηγόρης Μπαγιόκας στην ερευνητική του μελέτη «Το ρεμπέτικο στο δημόσιο λόγο της περιόδου 1931 – 40» (2008), αναφέρεται με έμφαση στη συνύπαρξη του ελληνικού Καραγκιόζη και του ρεμπέτικου, καταθέτοντας τις απόψεις του πανεπιστημιακού και κοινωνιολόγου Στάθη Δαμιανάκου:

«Πράγματι, και τα ρεμπέτικα τραγούδια και ο ελληνικός Καραγκιόζης κάνουν την εμφάνισή τους στη λαϊκή γειτονιά του αστικού κέντρου, στο τέλος του 19ου αιώνα (περίοδο μετάβασης στον καπιταλισμό της ελληνικής κοινωνίας), τη στιγμή ακριβώς που μια αδιαφοροποίητη και αποδιοργανωμένη μάζα κοινωνικών στρωμάτων εισρέει στις πόλεις όπου σύντομα θα ξαναοργανώσει μια νέα κοινωνικότητα. Αν και οι κοινωνικές ομάδες αναφοράς του ρεμπέτικου είναι, γενικά, πιο περιορισμένες την εποχή αυτή, μοιράζονται ωστόσο την ταξική θέση και κατάσταση των ευρυτέρων λαϊκών μαζών που αποτελούν το κοινό του Καραγκιόζη. Άλλωστε, οι σταθερές των δύο αυτών πολιτισμικών εκδηλώσεων παραμένουν αισθητά οι ίδιες» (Δαμιανάκος, 1987: 192, όπως αναφέρεται στο Μπαγιόκας, 2008: 90). 

Επίσης, αναπτύχθηκε, διατηρήθηκε, διαδόθηκε και παρουσιάζεται διαχρονικά η σημαντική παρακαταθήκη και προσφορά του Ταμπαχανιώτη Μπάμπη Γκολέ μέσα από το τραγούδι και το παίξιμό του αλλά και την πολύτιμη δισκογραφική και καλλιτεχνική κληρονομιά που μας έχει αφήσει, αναβιώνοντας το ρεμπέτικο, την καντάδα, το αρχοντορεμπέτικο που «…διαχωρίζεται από το παλαιό ρεμπέτικο λόγω της εξεζητημένης χρήσης λέξεων και εκφράσεων υπερβάλλουσας μαγκιάς και λόγω των μεταλλάξεων που υφίσταται από τον Μ. Χιώτη με τις επεμβάσεις του τόσο στο μπουζούκι, όσο στην ορχήστρα και τους ρυθμούς» (Καρατζά, 2014: 7). Παράλληλα στην Πάτρα δραστηριοποιούνται καλλιτεχνικά ο Τάκης Μπεζαϊδές με το μπουζούκι του, λειτουργούν ταβέρνες και καφενεία, όπου επίσης αναβιώνει η λαϊκή συνοικία, το αστικολαϊκό τραγούδι και αργότερα τα αραβικά και ινδικά ακούσματα, αλλά με στοιχεία όπου σταδιακά διασταυρώνεται η πολιτισμική ταυτότητα και το λαϊκογενές τραγούδι με τον ευρύτερο αστικό, διοικητικό και καλλιτεχνικό ιστό της πόλης των Πατρών.

Η Πάτρα των Προσφυγικών, της εμπειρίας και του ταλέντου, συνεχίζει ακόμα και σήμερα να μας εμπνέει πνευματικά και ως πράξη και πρακτική…

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Καρακατσάνη, Ρ. (1993). «Φεγγαριαστήκανε στα Ταμπάχανα». Δεύτερη Έκδοση. Αθήνα: «Νέα Σύνορα»-Α.Α. Λιβάνη.
Μαρινέλλης, Χρ. Λ. (1993). «Στα Προσφυγικά της Πάτρας τη δεκαετία του ’40». Πάτρα: Παμμικρασιατικός Σύνδεσμος Πατρών.
Μπαγιόκας, Γ. (2008). Το ρεμπέτικο στο δημόσιο λόγο της περιόδου 1931 – 40. Διδακτορική Διατριβή. Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Τμήμα Ψυχολογίας.

Πηγές από το Διαδίκτυο

Καραντζά, Β. (2014). «Η αστικολαϊκή δημιουργία στην Ελλάδα 19ος αιώνας ως σήμερα». Ανακτήθηκε 29 Νοεμβρίου, 2020, από http://elp-eap.blogspot.com/2014/11/19.html
Ο Γρηγόριος Μικρώνης είναι μέλος Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.) στο Πανεπιστήμιο Πατρών για τη διδασκαλία της Φυσικής Αγωγής και του ελληνικού παραδοσιακού χορού.

Leave A Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *