ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΣΤΙΚΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΣΤΙΚΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ

Του Ξενοφώντα Παπαευθυμίου

Η νεότερη αρχιτεκτονική της Ελλάδας, η οποία άρχισε να αποκτά υπόσταση μετά το 1828, με την ανεξαρτητοποίηση της χώρας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, χαρακτηρίζεται από τον Νεοκλασικισμό που αποτελούσε την κυρίαρχη αισθητική τάση στην Ευρώπη ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα.

Καθώς η χώρα έβγαινε κατεστραμμένη από τον οκτάχρονο απελευθερωτικό αγώνα (1821-1828), ήταν επιτακτική η ανάγκη της ανοικοδόμησης των αστικών της κέντρων, τα οποία σύμφωνα με το όραμα του κυβερνήτη Καποδίστρια θα έπρεπε να αποκτήσουν συγκροτημένη δομή και διάρθρωση, σε αντιστοιχία με τα δυτικοευρωπαϊκά πολεοδομικά πρότυπα.

Έτσι ο νεοκλασικισμός βρήκε πρόσφορο έδαφος στο νεοϊδρυθέν Ελληνικό κράτος και εδραιώθηκε σαν κυρίαρχη τάση στα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα, με την οικοδόμηση των πρώτων δημοσίων και ιδιωτικών κτιρίων.

Στο έργο αυτό συνέβαλλαν στα πρώτα εκείνα χρόνια Βαυαροί, Δανοί αλλά και Έλληνες σπουδασμένοι στην Ευρώπη αρχιτέκτονες και πολεοδόμοι, όπως ο Klenze (Κλέντσε), ο Schinkel (Σίγκελ), ο Schaubert (Σάουμπερτ), ο Hansen (Χάνσεν), ο Εr. Ziller (Ερ. Τσίλλερ), ο Στ. Κλεάνθης, ο Λυσ. Καυταντζόγλου, ο Στ. Βούλγαρης κ.ά.

Η εποχή αυτή –18ος και 19ος αιώνας– είναι των θαλάσσιων εμπορικών δρόμων που για την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα σήμαινε την άνθηση παραθαλάσσιων πόλεων όπως η Πάτρα, το Αίγιο και το Μεσολόγγι.

Με γοργούς ρυθμούς ανοικοδομούνται τα αστικά κέντρα της χώρας τα οποία συγκεντρώνουν γηγενή πληθυσμό, αλλά και Έλληνες που διέμεναν στη Μικρά Ασία και τα νησιά του Αιγαίου, ενώ αρχίζουν να εγκαθίστανται και ευρωπαίοι πολίτες, αντιπρόσωποι εμπορικών και μεταφορικών εταιριών, καθώς οι εισαγωγές πρώτων υλών, μηχανημάτων και βιομηχανικών προϊόντων δυσεύρετων στη ντόπια αγορά και οι εξαγωγές κυρίως τοπικών προϊόντων (σταφίδα κυρίως, βελανίδια, γλυκόριζα, κλπ), αποτελούν παράγοντες οικονομικής ανάπτυξης.

…αρχίζει να συγκεντρώνεται και να αναπτύσσεται μία πληθώρα επαγγελματικών δραστηριοτήτων που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τις βασικές πηγές ανάπτυξης,..

Πάτρα. Οι Μύλοι Ε. Γ. Λαδόπουλου τη δεκαετία του ’50. Το κτίριο βρισκόταν στη συμβολή των οδών Αγ. Ανδρέου και Τσαμαδού μέχρι τη δεκαετία του ’80, οπότε καταστράφηκε από πυρκαγιά. Αποτελούσε μετεξέλιξη παλαιότερου κτιρίου του τέλους του 19ου αιώνα, όπου δραστηριοποιούνταν ο Κυλινδρόμυλος Καράμπελα και αργότερα Μπρούζου. (Αρχείο Ξ. Παπαευθυμίου)

Στη Δυτική Ελλάδα

Στον χώρο της δυτικής Ελλάδος κυρίαρχο ρόλο παίζει η πόλη της Πάτρας που αποτελεί κύριο διαμετακομιστικό και εμπορικό κέντρο, καθώς είναι η πύλη της χώρας προς την Ευρώπη και μέσω του λιμανιού της, εκτός από μεγάλο ποσοστό εισαγωγών ευρωπαϊκών προϊόντων, γίνεται η εξαγωγή της σταφίδας, που αποτέλεσε το κύριο εξαγώγιμο προϊόν της ευρύτερης περιοχής (Κορινθίας, Αχαΐας και Ηλείας), με το Αίγιο να ακολουθεί καθώς αποτελεί το κέντρο μίας ευρύτερης σταφιδοπαραγωγού περιοχής και κέντρο επεξεργασίας και συσκευασίας της.

Στο νομό Ηλείας όπου και εκεί, εκτός από τα άλλα γεωργικά προϊόντα (στάρι, λάδι, γλυκόριζα, κ.λπ.), κυριαρχεί η σταφιδοπαραγωγή, αναπτύσσονται αστικά κέντρα με κυριότερα αυτά του Πύργου και της Αμαλιάδας και άλλα μικρότερα όπως τα Λεχαινά και η Ανδραβίδα, όπου βασικός παράγοντας οικονομικής ανάπτυξης είναι το εμπόριο και η επεξεργασία των προϊόντων του εύφορου κάμπου.

Αντιστοίχως στην Αιτωλοακαρνανία έχουμε την ανάπτυξη της πόλης του Αγρινίου, κέντρου μίας ευρύτερης γεωργικής περιοχής που βασίζει την ανάπτυξή της στην εκμετάλλευση της καλλιέργειας του καπνού, του ρυζιού και της ελιάς, ενώ σημαντική σημασία έχουν μικρότερα αστικά κέντρα όπως το Μεσολόγγι με το Αιτωλικό και τη Ναύπακτο, κυρίως λόγω της ανάπτυξης της αλιείας και της δραστηριοποίησής τους ως λιμάνια με δευτερεύοντα διαμετακομιστικό ρόλο.

Στα αστικά αυτά κέντρα αρχίζει να συγκεντρώνεται και να αναπτύσσεται μία πληθώρα επαγγελματικών δραστηριοτήτων που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τις βασικές πηγές ανάπτυξης, με αποτέλεσμα να διαμορφώνονται και αντίστοιχες ανάγκες σε υποδομές, γεγονός το οποίο οδηγεί σε μία συνεχώς αναπτυσσόμενη οικοδομική δραστηριότητα.

Έτσι διαμορφώνεται μία αστική αρχιτεκτονική μορφολογία που αντικατοπτρίζει τις επαγγελματικές ανάγκες και δραστηριότητες, τις οικονομικές δυνατότητες, τις επιρροές από τα ευρωπαϊκά αισθητικά πρότυπα και την κοινωνική διαστρωμάτωση των πληθυσμών, παράγοντες οι οποίοι θα παίξουν κυρίαρχο ρόλο στην εξέλιξή της μέσα στο χρόνο.

Το νεοκλασικό ύφος με τις παραλλαγές και τις μετεξελίξεις του (εκλεκτικισμός, νεομπαρόκ, κλπ) κυριαρχεί στην πλειοψηφία των ανεγειρόμενων κατοικιών, των οποίων το μέγεθος και η διακόσμηση, εξωτερική και εσωτερική, ποικίλουν ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια των ιδιοκτητών τους και συνήθως έχουν δύο και τρεις ορόφους, με τα ισόγειά τους –κυρίως σε όσες βρίσκονται σε εμπορικούς δρόμους και περιοχές– να είναι διαμορφωμένα σε καταστήματα τα οποία στεγάζουν επαγγελματικές και βιοτεχνικές χρήσεις και δραστηριότητες.

Ταυτόχρονα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κτίρια που προορίζονταν αποκλειστικά για επαγγελματικές χρήσεις, εμπορικές, βιοτεχνικές και βιομηχανικές δραστηριότητες και τα οποία εντοπίζονται στις εμπορικές περιοχές των αστικών κέντρων και πλησίον των λιμανιών και των σιδηροδρομικών σταθμών.

Τα βιομηχανικά μαζί με τα δημόσια κτίρια (Δημοτικές Αγορές, Σιδηροδρομικοί Σταθμοί, Τελωνεία, κλπ), αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας των αστικών κέντρων της Δ. Ελλάδας και της εξέλιξής τους.

Τα κτίρια αυτά με το πέρασμα του χρόνου, σε συνδυασμό με την επέκταση και ανάπτυξη των παραγωγικών δραστηριοτήτων, αυξάνουν σε αριθμό και μέγεθος και ξεχωρίζουν για την αρχιτεκτονική τους μορφολογία, αποτελώντας σημεία αναφοράς για την αρχιτεκτονική των πόλεων.

Παράλληλα συνεχίζονται και αναπτύσσονται περαιτέρω, βιομηχανικές δραστηριότητες όπως αλευροβιομηχανία, ελαιουργία και σαπωνοποιία, εριουργία και κλωστοϋφαντουργία, χαρτοποιία κ.λπ.,

Βιομηχανική ανάπτυξη

Η βιομηχανική ιστορία της περιοχής δεν ακολούθησε μία γραμμική και αδιάσπαστη εξέλιξη, αλλά χαρακτηρίστηκε από διακυμάνσεις, κρίσεις και ανασυντάξεις, που σχετίζονταν με τις εκάστοτε διεθνείς και εγχώριες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες.

Βαθμιαίο είναι το πέρασμα από τη βιοτεχνία στη βιομηχανία, μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, για να ακολουθήσει μία αναπτυξιακή στροφή στις αρχές του 20ού αι.

Έτσι από τα μικρά ατμοκίνητα εργοστάσια των πρώτων μεταεπαναστατικών χρόνων, που παρήγαγαν και επεξεργάζονταν γιάμπολη (οπός γλυκόριζας) μέχρι τα 1850 –με κυριότερο το ατμοκίνητο εργοστάσιο του Γεωργίου Κόγκου το 1857– έχουμε το πέρασμα σε μεγαλύτερες παραγωγικές μονάδες, όπως τα νηματουργία βάμβακος, με πρώτο αυτό των κληρονόμων του Γ. Κόγκου. Πλήθος ατμοκίνητων βιομηχανικών μονάδων άρχισαν να εμφανίζονται και σε άλλα αστικά κέντρα –Αίγιο και Μεσολόγγι (Ελαιοτριβεία κ.λπ.) – ενώ δημιουργούνταν μονάδες που κατασκεύαζαν βαρέλια και κιβώτια για τη συσκευασία της σταφίδας, οινοποιητικές μονάδες, αλλά και αλευρόμυλοι, με αποτέλεσμα να αναπτύσσονται παραγωγικές και εμπορικές δραστηριότητες, οι οποίες απαιτούσαν πολλά εργατικά χέρια και δημιουργούσαν προϋποθέσεις για συνεχή οικονομική και πολεοδομική ανάπτυξη των αστικών κέντρων.

Η ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου, το οποίο ένωσε την Αθήνα και τον Πειραιά με το Αίγιο, την Πάτρα και τον Πύργο στα τέλη της δεκαετίας του 1880 και αμέσως μετά με το Μεσολόγγι και το Αγρίνιο μέσω του Κρυονερίου, συνέβαλε στη διακίνηση των προϊόντων και των πρώτων υλών, ενώ η Πάτρα εξελίχθηκε σε κέντρο όχι μόνον γεωγραφικό αλλά και οικονομικό, της δυτικής Ελλάδας, καθώς από το λιμάνι της γινόταν ο μεγαλύτερος όγκος των εισαγωγών και εξαγωγών, με κυρίαρχη δραστηριότητα την εξαγωγή σταφίδας, που είχε σαν αποτέλεσμα να εγκαταστήσουν την έδρα τους πολλοί εμπορικοί οίκοι κυρίως Αγγλικής προέλευσης.

Η κατασκευή μάλιστα του νέου λιμανιού ανατέθηκε το 1881 στη Γαλλική εταιρία του μηχανικού Μανιάκ και ολοκληρώθηκε σε διάφορα στάδια στις αρχές της δεκαετίας του 1890.

Η επεξεργασία και εκμετάλλευση των τοπικών προϊόντων, όπως η σταφίδα και τα παράγωγα της αμπελουργίας εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις βασικές βιομηχανικές και εμπορικές δραστηριότητες κυρίως σε Αχαΐα και Ήλιδα και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, όπως αντίστοιχα συμβαίνει με τα καπνά στην Αιτωλοακαρνανία με κέντρο το Αγρίνιο.

Παράλληλα συνεχίζονται και αναπτύσσονται περαιτέρω, βιομηχανικές δραστηριότητες όπως αλευροβιομηχανία, ελαιουργία και σαπωνοποιία, εριουργία και κλωστοϋφαντουργία, χαρτοποιία κ.λπ., με αντίστοιχη αύξηση της παραγωγής και ανάγκη δημιουργίας νέων μεγαλύτερων υποδομών σε μηχανολογικό εξοπλισμό και κτίρια.

Αποτέλεσμα είναι η επέκταση των ήδη υπαρχόντων και η οικοδόμηση νέων μεγάλων βιομηχανικών μονάδων, με τη συμβολή και τη χρήση νέων τεχνικών δόμησης (οπλισμένο σκυρόδεμα) και αρχιτεκτονικών μορφών που εκφράζουν τις τάσεις του νέου αιώνα (μοντερνισμός).

Η βιομηχανική αυτή ανάπτυξη συνέβαλε στην πληθυσμιακή αύξηση και ακολούθως την πολεοδομική μεγέθυνση των αστικών κέντρων όπου συνεχώς μεγάλωνε και η ζήτηση εργατικών χεριών, ζήτηση η οποία εξυπηρετήθηκε σε μεγάλο ποσοστό τα μεσοπολεμικά χρόνια με την έλευση των προσφύγων της μικρασιατικής καταστροφής, ενώ τα μεταπολεμικά χρόνια με την εσωτερική μετανάστευση των κατοίκων της επαρχίας –κατά βάση αγροτικής προέλευσης– που είναι κυρίως συνέπεια των προβλημάτων που προκάλεσε η κατοχή και ο εμφύλιος πόλεμος.

Τη δεκαετία του 1980 και του 1990 οι διεθνείς και εγχώριες οικονομικές συγκυρίες οδήγησαν την βιομηχανική παραγωγή σε κρίση, η οποία έμελλε να επηρεάσει και τη δυτική Ελλάδα, όπου ο αριθμός των μονάδων ελαττώθηκε, ενώ πολλές παραδοσιακές μονάδες έπαψαν τη λειτουργία τους, είτε λόγω της αλλαγής των παραγωγικών αναγκών, της παρακμής και συρρίκνωσης κάποιων άλλων (πχ. παρακμή σταφιδεμπορίου, αλευροβιομηχανία κ.λπ.), είτε λόγω της αδυναμίας να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό και τις νέες οικονομικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν (π.χ. χαρτοβιομηχανία, κλωστοϋφαντουργία).

Το αποτέλεσμα είναι μέσα στους ιστούς και τις παρυφές των αστικών κέντρων να υπάρχουν διάσπαρτα βιομηχανικά κτίρια και συγκροτήματα, τα οποία απονεκρωμένα από την αρχική τους λειτουργία αναζητούν ένα νέο αναπτυξιακό ρόλο για τις τοπικές κοινωνίες, οι οποίες αναγνωρίζουν σε αυτά εκτός από τη θέση που έχουν στη συλλογική μας μνήμη και συνείδηση, την αξία τους σαν μελλοντικά στοιχεία αναφοράς για πολεοδομική και αναπτυξιακή πορεία της περιοχής.