«ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΚΥΛΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ», ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ.

«ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΚΥΛΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ», ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ.

Το βράδυ άρχιζε η παράσταση. Σειρά τα λαμπιόνια στην πλατεία, κι οι Πατρινοί με τα καλά τους. Το θέατρο (Απόλλων), μικρογραφία της Σκάλας του Μιλάνου, σκαλισμένο μπαρόκ, βελούδα στα καθίσματα, κυρίες στα θεωρεία με βεντάλιες, στον αέρα η άρια της πρόποσης από την «Τραβιάτα» κι η καβατίνα της Ροζίνας από τον «Κουρέα»

Η αυλαία σηκώθηκε. Το σκηνικό του Μόραλη: μωβ ουρανοί με προσόψεις νεοκλασικών που ξεμύτιζαν δεξιά κι αριστερά απ’ τις κουίντες. Στο πιάνο ο φίλος μου ο μουσικός. Το έργο, «Έξη λαϊκές ζωγραφιές;». Χόρευε ο Άγγελος Γριμάνης. (…)

Οι προβολείς φώτιζαν το σκηνικό, μια κοπέλα με τ’ αγόρι της έβγαιναν «τσάρκα στο μπαξέ τσιφλίκι», κι ένας άλλος, αμαξάς αυτός, σιγοντάριζε μες στη βροχή, «το κορίτσι που ‘ναι μέσα, όμορφο σαν πριγκηπέσα, μην τυχόν και μου βραχεί». Οι Πατρινοί σταφιδέμποροι κι οι οπερετομανείς έβλεπαν και άκουγαν με απορία. Για πρώτη φορά οι λαϊκοί άνθρωποι και τα φερσίματά τους ζωντάνευαν πάνω στο σανίδι. Πράγματα παρακατιανά και απαγορευμένα. Όπως το χασισάκι κι αυτά. Ως τότε μόνο η επιθεώρηση είχε τολμήσει να τα δείξει αλλά και να τα σατιρίσει. Τώρα εξαγιάζονταν και κηρύχνονταν λυτρωτικά.

Στο διάλειμμα, οι γέρικες πόρτες του θεάτρου έτριζαν, έτριζαν κι οι μασέλες της αριστοκρατίας. Ένας βοριάς θέριζε τους διαδρόμους, τουρτούριζα μισά από κρύο, μισά από ηδονή».

Στο δεύτερο μέρος, το «Καταραμένο Φίδι». (…) Από τη μια πλευρά του σκηνικού, ο Χατζηκυριάκος-Γκίκας είχε στήσει την καλύβα του Καραγκιόζη (…) κι απ’ την άλλη το Σαράι του Πασά. Δύο κόσμοι αντιδιαμετρικά αντίθετοι. (…)

 Στο τέλος, το χειροκρότημα σκέπασε τη μουσική – ως κι αυτή η γερουσία έμοιαζε να ‘χει ξυπνήσει από ύπνο βαθύ. Ποιος ξέρει τι μνήμες μικρασιατικές και άλλες χαμένες στους αιώνες του ελληνισμού τους είχε φέρει τούτη η μουσική. Το θέατρο, το αφιερωμένο στον Βέρντι και στον Πουτσίνι, γνώριζε τώρα άλλους θεούς.

 

(απόσπασμα από: Μένης Κουμανταρέας, «Το μαύρο σκυλί της Πάτρας», Πλανόδιος σαλπιγκτής, Αθήνα, Κέδρος, 1989, σσ. 111-116)