«ΚΙ ΑΝ ΤΑ ΚΤΙΡΙΑ ΜΙΛΟΥΣΑΝ», ΧΡΥΣΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ.

«ΚΙ ΑΝ ΤΑ ΚΤΙΡΙΑ ΜΙΛΟΥΣΑΝ», ΧΡΥΣΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ.

Δημόσιο ερείπιο

1923

Τινάν ημέραν, ελησμόνησε το ημερολόγιον αυτού εκτόςτου συρταρίου του δρυΐνου γραφείου του, ανοιχθέν εις τυχαίαν σελίδαν. Δεν ηδυνάμην να αναγνώσω τα γράμματά του καθαρώς, καθό,τι ετύγχανον κατασκευής υψηλοταβάνου. Καίτοι, ανεγνώρισονεις το μέσον της σελίδος την ακόλουθον γραφήν: «…την βιομηχανίαν καλτσών και εκτύπωσιν μανδηλίων κεφαλής, την βαφήν και πώλησιν νημάτων, καθώς και την εμπορίαν λοιπών ψιλικών…».Ούτως κατεγράφη εκ του ιδιοκτήτου Κατσάμπα το αρχικόν όνειρον.Και ήτο τωόντι όνειρον φιλόδοξον μα πολυέξοδον, έχον πολλάς ανάγκας. Απειραρίθμους εργάτας εστέγασον και χιλιάδας επί χιλιάδων κιβώτια εφιλοξένησον εντός των τοιχών μου. Όσο εφούσκωναν τα όνειρα τόσο εψήλωνε κι εθέριευε το τοιχίον μου.

1993

Ακούω την ηχώ της σκέψης μου. Τίποτα άλλο. Ή τα περιστέρια να φτερακάνε μέσα απ’ τα σπασμένα τζάμια. Ή τη βροχή και το χαλάζι του ιδιωτικού μου χειμώνα. Εντελώς άδειος. Οι αράχνες ήδη κεντάνε τις παρατημένες μηχανές. Μηδενικής αξίας, όπως κι εγώ. Τίποτα δεν έμεινε. Στη γωνία το τασάκι του τελευταίου εκφορτωτή. Στο ράφι επάνω ένα ξεχασμένο ύφασμα. Γυρισμένη ανάποδα η ούγια, «πειραϊκή-πατραϊκή», διαβάζω. Θολά, σαν τα γράμματα του Κατσάμπα.

Με το ύψος μου θωρώ τη δυτική πλευρά της πόλης. Να είσαι ελεύθερος. Να ανήκεις σε όλους.Τους ακούω. Περνάνε απέξω και μιλούν για μένα. Η μπογιά κατά τόπους ξεφλουδίζει. Με κοιτούν. Με θλίψη;

 

Χρύσα Παπαδημητρίου,
«Κι αν τα κτίρια μιλούσαν», εκδ. Κέδρος 2019, σ. 185